Ο Υμηττός και η Ιστορία του

"Εκεί ψηλά στον Υμηττό υπάρχει κάποιο μυστικό..." έλεγε κάποιο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι. Και πράγματι έτσι είναι! Υπάρχει κάποιο μυστικό, ανεξιχνίαστο αλλά και μυστηριακά γοητευτικό, ένα μυστικό αιώνων που προκαλεί δέος στον άνθρωπο, καθώς στο βουνό αυτό εικονίζονται τα χνάρια του ανθρώπου από την πρώτη εμφάνιση του μέχρι τις μέρες μας... Ο Υμηττός αποτελεί σημαντικό στοιχείο της περιαστικής φύσης της Αττικής μαζί με τα άλλα βουνά που σχηματίζουν το λεκανοπέδιο. Από τα συνολικά 436.500 στρέμματα των περιαστικών βουνών του λεκανοπέδιου καταλαμβάνει μια έκταση 81.230 στρεμμάτων. Aρχίζει από τη θέση Σταυρός (Β) και καταλήγει στο ακρωτήριο "Πούντες" της Βουλιαγμένης (Ν). Ο Υμηττός είναι ιδιαίτερα επιμήκης (22 με 24 χιλ). Η κοιλάδα του Πρινάρη τον χωρίζει σε 2 τμήματα: το ένα είναι ο Μέγας Υμηττός των Αρχαίων με ύψος 1026 μέτρα και το άλλο ο Άνυδρος Υμηττού ή Ελλάτων με ύψος 774 μέτρα στην πιο ψηλή κορυφή. Eίναι επίσης γνωστός για τα σπήλαια και τα βάραθρά του. Πιο γνωστά σπήλαια είναι του Λιονταριού, της Παιανίας, του Αρχεδήμου, Κορακοβουνίου, το μεγάλο βάραθρο Αστερίου κ.α. Στον Υμηττό έχουν ανευρεθεί 601 είδη φυτών μεταξύ των οποίων κάποια σπάνια, ενώ έχουν καταγραφεί περισσότερα από 100 είδη πουλιών και ζώων (ανάμεσά τους αλεπούδες και λαγοί). Το βουνό σήμερα αποτελεί έναν από τους λιγοστούς βιότοπους, πνεύμονες πρασίνου και οξυγόνου, χώρους φυσικής αναψυχής που απέμειναν στην Αθήνα. Η ύπαρξη, ταυτόχρονα, σημαντικών αρχαιολογικών χώρων καθιστούν το βουνό αναντικατάστατο κομμάτι της φυσικής και πολιτισμικής μας κληρονομιάς.
Προϊστορικοί χρόνοι
Η ιστορία της περιοχής της Καισαριανής, συνεπώς, συνδέεται με την ιστορία του Υμηττού. Η πανέμορφη δυτική πλαγιά του Yμηττού δημιουργούσε ευνοϊκές συνθήκες για να στερεωθεί ο πρωτόγονος άνθρωπος. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές το επιβεβαίωσαν αυτό, καθώς έβγαλαν στην επιφάνεια λεπίδες και τεμάχια οψιανού λίθου που θεωρούνται χαρακτηριστικά της νεολιθικής εποχής. Η ονομασία του βουνού παρακολουθεί τη μακραίωνη ιστορία του, προέρχεται πιθανόν, από μια σειρά λέξεων που διατηρήθηκαν στο ελληνικό λεξιλόγιο από τους νεολιθικούς κατοίκους του ελληνικού χώρου. Οι κάτοικοι αυτοί, Κάρες, Λέλεγες, Λύκιοι, Μίννες, ονομάσθηκαν συνολικά Προέλληνες ή κατά τις ελληνικές παραδόσεις, Πελασγοί. Σύμφωνα με άλλες νεότερες έρευνες τα προελληνικά αυτά φύλλα δεν ήταν Πελασγοί, αλλά Κάρες και Λέλεγες, τα οποία προέρχονται από το χώρο της Μικράς Ασίας. Αυτό φαίνεται και από τα τοπωνύμια, καθώς αυτά αντιστοιχούν σε παρόμοια της Μικράς Ασίας. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την άμεση σχέση των πρώτων κατοίκων της Ελλάδας με αυτούς της Μικράς Ασίας. Σύμφωνα με εκδοχή που αναφέρει ο Ν. Νέζης, η λέξη Υμηττός προέρχεται από την Προελληνική Ουμάιτ ή Ύμητ, που σήμαινε σκληρός, τραχύς, βραχώδης τόπος. Άλλοι αποδίδουν το όνομα του σε παραφθορά του Θυμέτ (θύμος - θυμάρι) Υμέτ-Υμηττός.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Αρχαίος κόσμος
Στους ιστορικούς χρόνους, όταν η Αθήνα αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά, η ευρύτερη περιοχή του Υμηττού εμφανίζεται ως κέντρο λατρείας των αρχαίων θεών, αλλά και ως τόπος υγείας, εξαιτίας των πηγών του Υμηττού που είχαν θεραπευτικές ιδιότητες. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει ότι στον Υμηττό υπήρχε άγαλμα του Υμηττίου Διός, καθώς και βωμοί του Ομβρίου Διός και του Απόλλωνος Προοψίου. Ο βωμός, τέλος, του Ομβρίου Διός λειτουργούσε για να εξευμενίζει το θεό και να προκαλεί τις απαραίτητες βροχοπτώσεις για τη γεωργία. O Υμηττός απετέλεσε ακόμα θρησκευτικό κέντρο για τη συνάντηση των αρχαίων δήμων. Το ιερό της Αφροδίτης υπήρξε, σύμφωνα με τις πληροφορίες, στο χώρο της σημερινής Καλοπούλας το ιερό αυτό συνδέεται με την πηγή "Κύλλου Πήρα", η οποία, σύμφωνα με την παράδοση, διευκόλυνε τις έγγυες γυναίκες και προκαλούσε τεκνογονία στις στείρες.Αναφορικά με την ονομασία της Καλοπούλα, Καλία, Κυλεία, Κύλλου Πήρα, υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Ο περιηγητής Παυσανίας βεβαιώνει ότι η βλάστηση του Υμηττού ήταν πολύ κατάλληλη για μέλισσες.Η γεωργία και η κτηνοτροφία συμπλήρωναν τις δραστηριότητες. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αντικείμενο εκμετάλλευσης, στους χρόνους αυτούς, ήταν το υψηλής ποιότητας κυανότεφρο μάρμαρο του Υμηττού. Τον 4ο αι. π.χ. τα λατομεία του Υμηττού ήταν σε λειτουργία, ενώ στους Ρωμαϊκούς χρόνους, η ζήτηση υλικού είχε οδηγήσει την παραγωγή μαρμάρου σε μεγάλη εντατικοποίηση. Τον 8ο αι. π.Χ. παραχωρούνται σημαντικές γαίες στις υπώρειες του Υμηττού και στη συνέχεια επιβάλλεται η δεκάτη, (ο φόρος, δηλαδή του ενός δεκάτου) από τους καρπούς της γης στο κράτος. Τον 6ο αι. ο Πεισίστρατος, τύραννος των Αθηνών, απαλλάσσει από τη φορολογία της δεκάτης ειδικά τους εποικιστές του Υμηττού, τους κτηνοτρόφους, γεωργούς και τους υπόλοιπους χρήστες της περιοχής.Στους Ρωμαϊκούς χρόνους ο Yμηττός συνέχιζε, ως ένα βαθμό, να διατηρεί την αίγλη της ως πνευματικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό κέντρο.
Βυζαντινός κόσμος
Η εμφάνιση και εδραίωση του Χριστιανισμού συνέδεσε την πόλη της Αθήνας με την ειδωλολατρία. Η εμφάνιση και εδραίωση του Χριστιανισμού συνέδεσε την πόλη της Αθήνας με την ειδωλολατρία. Το γεγονός αυτό υποβάθμισε, όπως ήταν φυσικό και τις πνευματικές λειτουργίες της πόλης. Έτσι και η περιοχή της Καισαριανής πέρασε από μια περίοδο στασιμότητας και στη συνεχεία αλλαγών. Η μακρά αυτή μεταβατική περίοδος στην ιστορία της περιοχής της Καισαριανής σηματοδοτούσε, το τέλος του αρχαίου κόσμου. Tο διάστημα αυτό ιδρύθηκαν αξιόλογες μοναστικές κοινότητες στα θεμέλια των κατεστραμμένων ειδωλολατρικών ναών.

Bυζαντινά μνημεία της Kαισαριανής
Το μοναστήρι της Καισαριανής
ο μοναστήρι της Καισαριανής, όπως εξάλλου και τα περισσότερα μοναστήρια βρίσκεται σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον. Η μονή αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου, είναι χτισμένη μέσα στο δασός, σε υψόμετρο 350 μ. Χαρακτηριστικά σημεία του μοναστηρίου είναι η πηγή του Κριού και στην είσοδο του το αγίασμα, η Ανάληψη. Αναφορικά με την προέλευση της ονομασίας του μοναστηρίου υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές. Ο κύριος ναός πρέπει να οικοδομήθηκε - στα θεμέλια παλαιοχριστιανικού ναού του 5ου - 6ου αι. μ.χ. - τον 11ο αι. μ.Χ. ή στις αρχές του 12ου, είναι τύπου εγγεγραμμένου σταυροειδούς. Ο νάρθηκας του ναού προστέθηκε, προφανώς την περίοδο της Τουρκοκρατίας, όπως και το παρεκκλήσιο του Αγ. Αντωνίου, στη νότια πλευρά του ναού . Οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ναού, οι οποίες χρονολογούνται τον 16ο αι. μ.Χ., έχουν ως πρότυπα την Κρητική ζωγραφική και τη ζωγραφική του Άγιου Όρους. Το μοναστήρι Καισαριανής είχε πλουσιότατη βιβλιοθήκη και απετέλεσε σημαντικό κέντρο φιλοσοφίας, όπου διδάξαν σημαίνοντες φιλόσοφοι και λόγιοι της εποχής (Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός κ.ά ). H Mονή σταμάτησε τη λειτουργία της (όπως και σχεδόν όλα τα μοναστήρια του Yμηττού) το 1832 με απόφαση της αντιβασιλείας του Oθωνα.

Η Μονή των Ταξιαρχών - Αστερίου
Ανηφορίζοντας προς την κορυφή του Υμηττού, περνώντας πρώτα το μοναστήρι της Καισαριανή στη συνεχεία την Καλοπούλα, φθάνουμε στη μονή Tαξιαρχών, πιο γνωστή ως μονή Αστερίου σε ύψος 545 μ.Η μόνη Tαξιαρχών λέγεται ότι έλαβε το όνομα "Αστερίου" από τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη, ιδρυτή της ομώνυμης βοιωτικής μονής, ο οποίος ήλθε στην Αθήνα έφηβος το 920 μ.Χ. Η μονή Tαξιαρχών χρονολογείται περίπου στον 11ο αι. μ.Χ. και σύμφωνα με τις πηγές ήταν μετόχι του μοναστηρίου Καισαριανής.Η παλαιά μονή διατηρείται ως σήμερα ακέραιη και περιλαμβάνει τον φρουριακής μορφής περίβολο, 2 πτέρυγες κτηρίων και το καθολικό Οι εσωτερικές επιφάνειες του ναού φέρουν τοιχογραφίες του 16ου αι.

Η μονή Αγίου Γεωργίου (Κουταλέα ή Κουταλά)
Η μονή του Άγιου Γεωργίου (κοντά στο Δημοτικό Nεκροταφείο Bύρωνα) αναφέρεται ως μετόχιο της μονής Καισαριανής και, προφανώς, ιδρύθηκε αργότερα από τη μονή αυτή. Η ονομασία της, σύμφωνα με τη μυθολογία, προέρχεται από τους άθλους του Ηρακλή. Συγκεκριμένα, ένας από τους άθλους ήταν και η εξολόθρευση του λιονταριού που ζούσε στις βουνοκορφές του Κιθαιρώνα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Ηρακλής φόνευσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα με ένα πελώριο ρόπαλο από γερό ξύλο, που λεγόταν κουτάλη και το οποίο μετέφερε στην περιοχή, που έλαβε και το όνομα Κουταλά . Ο ιστορικός Κ. Ορλανδός αναφέρει ότι το κανονικό όνομα είναι Κουταλάς και προέρχεται από τη γνωστή οικογένεια των Κουταλάδων. Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες για τη μονή αυτή είναι ελάχιστες, φαίνεται ότι από την αρχαιότητα λειτουργούσε ως χώρος θρησκευτικής λατρείας.

Η μονή του Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου
Η μονή του Άγιου Ιωάννου του Πρόδρομου βρίσκεται σε εξαιρετική τοποθεσία λίγο έξω από τη σημερινή κατοικημένη περιοχή της Καισαριανής σε ύψος 300 περίπου μέτρων. Η μονή είναι αφιερωμένη στην αποτομή της κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου. Σύμφωνα με τις ελάχιστες υπάρχουσες μαρτυρίες, η μονή πρέπει να ιδρύθηκε τον 11ο αι. και ύστερα, όπως και τα υπόλοιπα μοναστήρια του Υμηττού. Ο δε αρχιτεκτονικός της ρυθμός παρακολουθεί αυτόν των υπόλοιπων μοναστηριών. Η μονή του Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου λειτουργεί και σήμερα ως μοναστική κοινότητα. Οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στη μονή από τη δεκαετία του1950 και ύστερα ευπρέπισαν μεν τη μονή, αλλά, καθιστούν δυσδιάκριτη την ιστορία του.

Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία
Η άλωση του ελλαδικού χώρου από τους Φράγκους και Eνετούς και ακολούθως από τους Οθωμανούς καθόρισε μια σειρά αλλαγών, καθυστερήσεων και διώξεων για τον ελληνικό χώρο. Στην περίοδο αυτή όπως είναι φυσικό υποβαθμίστηκαν και οι λειτουργίες και οι δραστηριότητες της Καισαριανής .Η ονομασία του Υμηττού στην περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν διαφορετική για τις εθνότητες. Οι Έλληνες ονόμαζαν το βουνό "Τρελός" οι Τούρκοι "Ντέλη Νταγ" που σήμαινε Τρελοβούνι και οι Φράγκοι "Monte Matto" (Τρελοβούνι) που προφανώς αποτελούσε αλλοίωση του αρχικού (Monte Ymeto). Οι τρεις αυτές ονομασίες φανερώνουν την αστάθεια των νεφών στην κορυφή του Υμηττού, που αποτελούσε και δείκτη των καιρικών μεταβολών σύμφωνα με την εμπειρική μετεωρολογία της εποχής. Kατά μια άλλη όμως ερμηνεία οφείλει το όνομά του "Tρελός στην παραφθορά της γαλλικής λέξης tres long (επιμήκης).

Νεότεροι χρόνοι
Στη σύγχρονη εποχή ο Υμηττός παρά τις καταπατήσεις που κατά καιρούς έγιναν, παρά την επέκταση των οικισμών σε δασική έκταση, παρά τις κατά καιρούς πυρκαγιές που τον έκαψαν, παρά τις ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις, και παρά τις άλογες ιδιοποιήσεις σημαντικών εκτάσεων από ιδιώτες, κυρίως από τη Φιλοδασική Eνωση Aθηνών (Φ.E.A.), παραμένει ένα ζωντανό οικοσύστημα.